Μετάβαση στο περιεχόμενο

ein

Από Βικιλεξικό

Δυτικά φριζικά (fy)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ein (fy)



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aɪ̯n/
 
 

ein (de)

  • αόριστο άρθρο
    1. ένας, μία, ένα ονομαστική ενικού του αρσενικού
      παράδειγμα Im Park steht ein großer Baum.
           Στο πάρκο υπάρχει ένα μεγάλο δέντρο.
    2. ένας, μία, ένα ονομαστική ενικού του ουδετερού
      παράδειγμα Ein Pferd galoppiert am Fenster vorbei.
           Ένα άλογο περνάει καλπάζοντας μπροστά από το παράθυρο.
    3. έναν, μίαν, ένα αιτιατική ενικού του ουδετερού
      παράδειγμα Ich suche ein gutes Restaurant.
           Ψάχνω ένα καλό εστιατόριο.

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

ein (de)

  • ο αριθμός ένα
    παράδειγμα Jeder bekommt ein Stück.
         Ο καθένας παίρνει ένα κομμάτι.