κάπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : κάππα, κόππα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάπα < αρχαία ελληνική κάππα

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

κάπα ουδέτερο άκλιτο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάπα < ιταλική cappa

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάπα κάπες
γενική κάπας καπών
αιτιατική κάπα κάπες
κλητική κάπα κάπες

κάπα θηλυκό

  1. χοντρό μάλλινο πανωφόρι, με κουκούλα και χωρίς μανίκια, χαρακτηριστικό χειμερινό ένδυμα βοσκών και χωρικών
  2. γυναικείο φαρδύ πανωφόρι χωρίς μανίκια, η μπέρτα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]