κάπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κάπα < αρχαία ελληνική κάππα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κάπα ουδέτερο άκλιτο

  1. Το δέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (κ, κεφαλαίο: Κ). (Ν. Ελληνικής)

32πχ Μεταφράσεις[]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κάπα < ιταλική cappa

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάπα κάπες
γενική κάπας καπών
αιτιατική κάπα κάπες
κλητική κάπα κάπες

κάπα θηλυκό

  1. χοντρό μάλλινο πανωφόρι, με κουκούλα και χωρίς μανίκια, χαρακτηριστικό χειμερινό ένδυμα βοσκών και χωρικών
  2. γυναικείο φαρδύ πανωφόρι χωρίς μανίκια, η μπέρτα

32πχ Μεταφράσεις[]