caput

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

caput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kauput- / *káput-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

caput ουδέτερο

  1. κεφάλι
  2. (συνεκδοχικά) άνθρωπος
  3. πρωτεύουσα, μητρόπολη
  4. αρχηγός
  5. κορυφή
  6. πηγή
  7. βίος
  8. θάνατος
  9. κύριος
  10. κορυφαίος
  11. κεφάλαιο
  12. είδος ασθένειας νεογέννητων

Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

caput «recido» αποκόπτω την κεφαλή

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική caput capită
γενική capitis capitum
δοτική capitī capitĭbus
αιτιατική caput capită
κλητική caput capită
αφαιρετική capite capitĭbus
(γ' κλίση)