καπουτσίνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπουτσίνο < ιταλική cappuccino < cappuccio (=κουκούλα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπουτσίνο αρσενικό ή ουδέτερο, άκλιτο

  1. είδος καφέ εσπρέσο που παρασκευάζεται σε καφετιέρα, με προσθήκη ζεστού γάλατος και αφρόγαλου

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

καπουτσίνο αρσενικό

  1. καπουτσίνος, στην αιτιατική του ενικού