cappuccino

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καπουτσίνος μοναχός

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

cappuccino < cappuccio (=κουκούλα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cappuccino (πληθυντικός: cappuccini)

  1. καπουτσίνος, καθολικός μοναχός του ομώνυμου τάγματος