espresso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

espresso < γαλλική express (το τρένο εξπρές)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
espresso espressi

espresso (it)

  1. γρήγορος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

espresso (it)

  1. (γαστρονομία) καφές πεπιεσμένου ατμού, τύπος καφέ