τάγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τάγμα τα τάγματα
      γενική του τάγματος των ταγμάτων
    αιτιατική το τάγμα τα τάγματα
     κλητική τάγμα τάγματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάγμα < αρχαία ελληνική τάγμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τάγμα ουδέτερο

  1. μονάδα του στρατού ξηράς μικρότερη από το σύνταγμα και μεγαλύτερη από λόχο, που διοικείται από ταγματάρχη και αριθμεί περίπου 300 άνδρες
  2. σύνολο ατόμων που ζούσαν σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες
  3. κοινότητα μοναχών της καθολικής εκκλησίας που είχαν αυστηρούς κανόνες διαβίωσης
  4. τίτλος τιμητικών διακρίσεων και αριστείων καθώς και το σύνολο αυτών που τα έχουν λάβει
    Τάγμα του Γεωργίου Α'

Μεταφράσεις[επεξεργασία]