μπέρτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπέρτα οι μπέρτες
      γενική της μπέρτας
    αιτιατική την μπέρτα τις μπέρτες
     κλητική μπέρτα μπέρτες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπέρτα < γαλλική berthe

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπέρτα θηλυκό

  1. γυναικείο πανωφόρι, χωρίς μανίκια
  2. (μεταφορικά) ανάλογο ρούχο, που φορούν οι πελάτες κουρείων και οι πελάτισσες κομμωτηρίων
    μπέρτα κουρέματος


Μεταφράσεις[επεξεργασία]