Μετάβαση στο περιεχόμενο

δίγαμμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίγαμμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δίγαμμα[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε δί- + γάμμα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈði.ɣa.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δίγαμμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δίγαμμα ουδέτερο άκλιτο

  • (φιλολογία) γράμμα του αρχαιότερου ελληνικού αλφαβήτου
      1891 Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Ἐθνικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1892, Ἡ ἐν Ἀμστελοδάμῳ Φιλελληνικὴ Ἑταιρία, σελ. 173, Ἐν Ἀθήναις, μηνὶ Ἰουνίῳ, 1891.
    Ἡ δὲ προφορὰ τῶν διφθόγγων αυ καὶ ευ ὡς αφ καὶ ευ ἢ αβ καὶ εβ, εἰ καὶ ὑπὸ τῶν Ἐρασμιτῶν ἐπιμόνως ἀμφισβητουμένη, φαίνεται ὅμως προελθοῦσα ἐκ τοῦ ὅτι τὸ εἰς τὸ ἀρχικόν, ἐκ Φοινίκης προελθόν, ἀλφάβητον, μεταγενεστέρως προστεθὲν Υ, ἦν αὐτὸ τὸ δίγαμμα ἐν χρήσει φωνήεντος, ὥστε καὶ ἐν ἐπιγραφαῖς ἀπαντᾶται ΝαFυπακτίων, τραγαFυδός, αFὐτόν, ΤεFῦκρος, κτλ. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον οἱ Ἐρασμῖται, παρ’ οἷς ὁ αὐλὸς γίνεται ἄϋλος καὶ αὐτὴ γίνεται ἀϋτή, θριαμβευτικῶς ἡ προσάπτουσι τοῖς ἀντιπάλοις αὐτῶν, ὅτι θέλουσι τοὺς κύνας τοῦ Ἀριστοφάνους (αὖ αὖ· Σφῆκ. 903) ὑλακτοῦντας ἄφ ἄφ (μᾶλλον ἄβ ἄβ), ἐν ᾧ ὁ κύων κατ’ αὐτοὺς λέγει ἄου.
    σύμβολα: Ϝ (κεφαλαίο), ϝ (πεζό, φιλολογία)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνικό αλφάβητο
 Α α   άλφα / ἄλφα Νν νι / νῦ
 Β β ϐ   βήτα / βῆτα Ξξ ξι / ξεῖ, ξῖ, ξῦ
 Γγ γάμα / γάμμα Οο όμικρον /  μικρόν, (οὖ)
 Δδ δέλτα Ππϖ πι / πεῖ, πῖ
 Εε έψιλον /  ψιλόν, (εἶ) Ρρϱρο / ῥῶ
 Ζζ ζήτα / ζῆτα Σσ/ς σίγμα / σῖγμα
 Ηη ήτα / ἦτα Ττ ταυ / ταῦ
 Θθϑθήτα / θῆτα Υυ ύψιλον /  ψιλόν, ()
 Ιι γιώτα, ιώτα / ἰῶτα Φφϕφι / φεῖ, φῖ
 Κκϰκάπα / κάππα Χχ χι / χεῖ, χῖ
 Λλ λάμδα, λάμβδα / λάβδα Ψψ ψι / ψεῖ, ψῖ
 Μμ μι / μῦ Ωω ωμέγα /  μέγα, ()
Παρωχημένα γράμματα - Άλλα σύμβολα
 Ϝϝ δίγαμμα  Ϻϻ σαν
 Ϛϛ στίγμα  Ϸϸ σω
 Ϡϡ σαμπί  Ͳͳ παλαιό σαμπί
 Ϙϙ κόππα  Ϟϟ μεταγενέστερο κόππα
 Ͱͱ ἧτα (δασυνόμενο)  Ϲ ϲ μηνοειδές σίγμα
 Ϗϗ και  Ͻ ͻ ἀντίσιγμα
 Ͷͷ παμφυλιακό δίγαμμα  Ȣȣ ου

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίγαμμα (ελληνιστική κοινή) < (δίς) δί- + αρχαία ελληνική γάμμα. Η παλαιότερη ονομασία του γράμματος υποτίθεται ότι ήταν *ϝαῦ με βάση την φοινικική 𐤅 (wāw, ουάου) όθεν προήλθε, και την λατινική vau (wau̯), που αποτελεί δανεισμό από την ελληνική.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈði.ɣam.ma/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: δίγαμμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δίγαμμα ουδέτερο άκλιτο (ελληνιστική κοινή)

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Το γράμμα είχε την φωνητική αξία [w] και υπέστη σίγηση πριν τον 8ο αιώνα π.Χ. στην ιωνική και την αττική, ενώ αλλού συνέχισε η χρήση του έως τον 4ο αιώνα π.Χ. Σε ορισμένες λέξεις υπάρχει ακόμα και σήμερα στην ΚΝΕ με την γραφή υ και φωνητική αξία [v] όπως φερειπείν στην λέξη πνεύμα [ˈpnev.ma] (< πνεῦμα [pnêu̯.ma] < *πνέϝμα [pnéw.ma]).

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • digamma στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια