ἐνεστώς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐνεστώς αρσενικό

Επίθετο[επεξεργασία]

ἐνεστώς, -ῶσα, -ώς



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐνεστώς < ἐνίσταμαι ή ἐνίστημι

Μετοχή[επεξεργασία]

ἐνεστώς, ἐνεστῶσα, ἐνεστώς

  1. δείτε τη λέξη ἐνίστημι
  2. ἐνεστώς (χρόνος): ο ενεστώτας