ἐνεστώς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐνεστώς αρσενικό

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἐνεστώς, -ῶσα, -ώς



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐνεστώς < ἐνίσταμαι ή ἐνίστημι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ἐνεστώς, ἐνεστῶσα, ἐνεστώς

  1. δείτε τη λέξη: ἐνίστημι
  2. ἐνεστώς (χρόνος): ο ενεστώτας