maintain
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | maintain |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | maintains |
| αόριστος | maintained |
| παθητική μετοχή | maintained |
| ενεργητική μετοχή | maintaining |
Ρήμα
[επεξεργασία]maintain (en)
- διατηρώ, συντηρώ
They are maintaining public order.
- Διατηρούν τη δημόσια τάξη.
Buildings, when they are not maintained, they quickly fall into disrepair.
- Τα κτίρια, όταν δε συντηρούνται, καταστρέφονται γρήγορα.
a poorly-maintained/well-maintained house - σπίτι κακοσυντηρημένο/καλοσυντηρημένο
- ισχυρίζομαι, δηλώνω ότι κάτι είναι αληθές