συμμορφώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμμορφώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος συμμορφώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

συμμορφώνομαι

  • αλλάζω τη συμπεριφορά μου, ώστε να είναι συμβατή με κάποια αρχή
    Συμμορφώθηκα με τον κανονισμό του τρένου και έσβησα το τσιγάρο.

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]