διαλεκτολογία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαλεκτολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική dialectologie < αρχαία ελληνική διάλεκτος + λέγω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διαλεκτολογία θηλυκό
- (γλωσσολογία) κλάδος της γλωσσολογίας που μελετά τις διαλέκτους μιας γλώσσας και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτές εξελίσσονται
Συγγενικά
[επεξεργασία]- διαλεκτολόγος
- διαλεκτολογικά
- διαλεκτολογικός
- → δείτε τις λέξεις διάλεκτος και λέγω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διαλεκτολογία
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)