επανεξεταστέος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επανεξεταστέος η επανεξεταστέα το επανεξεταστέο
      γενική του επανεξεταστέου της επανεξεταστέας του επανεξεταστέου
    αιτιατική τον επανεξεταστέο την επανεξεταστέα το επανεξεταστέο
     κλητική επανεξεταστέε επανεξεταστέα επανεξεταστέο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επανεξεταστέοι οι επανεξεταστέες τα επανεξεταστέα
      γενική των επανεξεταστέων των επανεξεταστέων των επανεξεταστέων
    αιτιατική τους επανεξεταστέους τις επανεξεταστέες τα επανεξεταστέα
     κλητική επανεξεταστέοι επανεξεταστέες επανεξεταστέα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επανεξεταστέος < επαν- + εξεταστέος[1]

Επίθετο[επεξεργασία]

επανεξεταστέος, -α, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επανεξεταστέος αρσενικό (θηλυκό επανεξεταστέα)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]