απερισκεψία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απερισκεψία οι απερισκεψίες
      γενική της απερισκεψίας των απερισκεψιών
    αιτιατική την απερισκεψία τις απερισκεψίες
     κλητική απερισκεψία απερισκεψίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απερισκεψία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απερισκεψία θηλυκό

  1. η ιδιότητα του απερίσκεπτου, το να ενεργείς χωρίς να έχεις προηγουμένως σκεφτεί τις συνέπειες της ενέργειάς σου
  2. μια απερίσκεπτη πράξη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]