think

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας think
γ΄ ενικό ενεστώτα thinks
αόριστος thought
παθητική μετοχή thought
ενεργητική μετοχή thinking
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θɪŋk/

Ρήμα[επεξεργασία]

think (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) σκέφτομαι, νομίζω, έχω μια συγκεκριμένη ιδέα ή άποψη για κάτι ή κάποιον
    I was thinking of you.
    Σε σκεφτόμουν.
    We thought you were outside.
    Νομίζαμε ότι βρισκόσασταν έξω.
    The situation is worse than what I was thinking.
    Η κατάσταση είναι χειρότερη από όσο νόμιζα.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) σκέφτομαι, θεωρώ, χρησιμοποιώ το μυαλό μου για να σκεφτώ κάτι, να προσπαθήσω να λύσω προβλήματα
    I want to think about it.
    Θέλω να το σκεφτώ.
  3. (μεταβατικό & αμετάβατο, χωρίς παθητική φωνή) φαντάζομαι, υπολογίζω, σχηματίζω μια ιδέα για κάτι
    It’s closer than I thought.
    Είναι πιο κοντά από όσο υπολόγιζα.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Παράγωγα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]