Μετάβαση στο περιεχόμενο

imagine

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας imagine
γ΄ ενικό ενεστώτα imagines
αόριστος imagined
παθητική μετοχή imagined
ενεργητική μετοχή imagining

imagine (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) φαντάζομαι, σχηματίζω μια εικόνα στο μυαλό μου για το πώς μπορεί να είναι κάτι
    παράδειγμα  I was imagining a better ending for my story.
    Φανταζόμουν ένα καλύτερο τέλος για την ιστορία μου.
    παράδειγμα  I can imagine how difficult this is for you.
    Μπορώ να φανταστώ πόσο δύσκολο είναι αυτό για εσένα.
    παράδειγμα  I can’t imagine my life without you.
    Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή χωρίς εσένα.
    παράδειγμα  Can you imagine him dancing?
    Μπορείς να τον φανταστείς να χορεύει;
    παράδειγμα  The child has never imagined their life without the internet.
    Το παιδί δεν έχει φανταστεί τη ζωή του χωρίς το διαδίκτυο.
     συνώνυμα:  picture και think
  2. (μεταβατικό) φαντάζομαι, πιστεύω κάτι που δεν είναι αλήθεια
    παράδειγμα  Don’t you go imagining that I’ll pay your debts!
    Μην φαντάζεσαι ότι θα πληρώσω τα χρέη σου!
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) υποθέτω, νομίζω ότι κάτι μάλλον ισχύει
    παράδειγμα  I imagine it will take us two years to finish.
    Υποθέτω θα μας πάρει κάνα δυο χρόνια να τελειώσουμε.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη suppose

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

imagine (ro) θηλυκό