think about
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | think about |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | thinks about |
| αόριστος | thought about |
| παθητική μετοχή | thought about |
| ενεργητική μετοχή | thinking about |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]think about (en)
- σκέφτομαι να κάνω κάτι, υπολογίζω
The young musician has never thought about joining the symphony orchestra.
- Ο νεαρός μουσικός δεν έχει σκεφτεί ποτέ να μπει στη συμφωνική ορχήστρα.
I’ll have thought about whether I’ll stay or whether I’ll go.
- Θα έχω σκεφτεί αν θα μείνω ή αν θα φύγω.
I’m thinking about going shopping on Saturday.
- Υπολογίζω το Σάββατο να πάω για ψώνια.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη consider