Μετάβαση στο περιεχόμενο

think over

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας think over
γ΄ ενικό ενεστώτα thinks over
αόριστος thought over
παθητική μετοχή thought over
ενεργητική μετοχή thinking over

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
think over <  δείτε τις λέξεις think και over

think over (en)

  • σκέφτομαι κάτι προσεκτικά, γυροφέρνω, ειδικά πριν καταλήξω σε μια απόφαση
    παράδειγμα  Give me some time to think it over.
    Δώσε μου χρόνο να το σκεφτώ.
    παράδειγμα  Think it over and tell us.
    Σκεφτείτε το και πείτε μας.
    παράδειγμα  He seems to be thinking it over but…
    Φαίνεται να το γυροφέρνει αλλά…
     συνώνυμα:  turn over