σκεπτικισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκεπτικισμός σκεπτικισμοί
γενική σκεπτικισμού σκεπτικισμών
αιτιατική σκεπτικισμό σκεπτικισμούς
κλητική σκεπτικισμέ σκεπτικισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκεπτικισμός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκεπτικισμός αρσενικό

  1. το να μην δρα κάποιος άμεσα, αλλά να σκέφτεται πρώτα• όμως πιθανώς περισσότερο χρονικά και αναλυτικά από ότι αρμόζει (δεν ισχύει πάντα το τελευταίο)
  2. το να είναι κανείς διστακτικός
  3. (πολιτική) το να είναι κανείς αρνητικός σε επικρατούσα πολιτική (πχ. ευρωσκεπτικισμός)
  4. (φιλοσοφία) αγνωστισμός αδυναμίας, ατεχνίας ή ανικανότητας, μη εγγενής αγνωσιαρχία
  5. (φιλοσοφία), (σπάνιο), (εσφαλμένα) θεμέλιος κοσμικός αγνωστισμός• η εγγενής ιδιότητα του χωροχρόνου - όταν μελετάται στην αντίστοιχη τάξη μεγέθους, συνήθως υπομικροσκοπική - να μην παγιώνει ταυτόχρονα όλες τις ιδιότητές του ταυτόχρονα (αυτό ονομάζεται "θεμέλιος κοσμικός αγνωστισμός" και όχι σκεπτικισμός, εσφαλμένα όμως χρησιμοποιείται από οπαδούς της λέξης)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]