pensare

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

pensare < λατινική pensare

Ρήμα[επεξεργασία]

pensare (it)

  1. σκέπτομαι
  2. έχουν κατά νου
  3. Ευτυχώς, υπάρχει αυτός που σκέφτεται τα πάντα!