Μετάβαση στο περιεχόμενο

þolfall

Από Βικιλεξικό

Ισλανδικά (is)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η ισλανδική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
þolfall < þol (αντοχή) + fall (πτώση), διότι στην αιτιατική πτώση το αντικείμενο συνήθως γίνεται υποκείμενο της πράξης του ρήματος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈθɔl.fatɬ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: þolfall

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

þolfall (is) ουδέτερο

  • þolfall - στο Λεξικό της Νέας Ισλανδικής Γλώσσας (στα ισλανδικά) και þolfall στο ISLEX (στις σκανδιναβικές γλώσσες)