Μετάβαση στο περιεχόμενο

ĝermi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ĝermi < ĝerm + -i
ρήμα ĝermi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ĝermas ĝermanta ĝermata
αόριστος ĝermis ĝerminta ĝermita
μέλλοντας ĝermos ĝermonta ĝermota
υποθετική ĝermus - -
προστακτική ĝermu - -

ĝermi (eo)