ŝanceliĝata

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

ŝanceliĝata

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ŝanceliĝata (eo)

  • ενεστώτας της επιθετικής παθητικής μετοχής του ρήματος ŝanceliĝi