żyd

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

żyd 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

żyd (pl) αρσενικό

  1. ο Εβραίος