Μετάβαση στο περιεχόμενο

Έφεσος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ἔφεσος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Έφεσος
      γενική της Εφέσου
    αιτιατική την Έφεσο
     κλητική Έφεσε
Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Έφεσος < αρχαία ελληνική Ἔφεσος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈe.fe.sos/
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Έφεσος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Έφεσος θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. αρχαία πόλη της Μικράς Ασίας
  2. Νέα: κωμόπολη της Πιερίας

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]