Δασά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: δασά

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Δασά < εβραϊκή לָשַׁע (λε-σσά)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Δασά θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]