άβατον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άβατον <αρχαία ελληνική <ἄβατος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άβατον

  1. (για τόπο ή χώρο) που δεν μπορούμε να τον διαβούμε.
  2. (εκκλησία) για ιερό χώρο όπου απαγορεύεται η είσοδος ατόμων που θα μπορούσαν να τον βεβηλώσουν.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]