Μετάβαση στο περιεχόμενο

έκλεψα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

έκλεψα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω