Μετάβαση στο περιεχόμενο

έπαψα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

έπαψα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παύω