Μετάβαση στο περιεχόμενο

έσκυψα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

έσκυψα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκύβω