Μετάβαση στο περιεχόμενο

έφτυσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

έφτυσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτύνω