Μετάβαση στο περιεχόμενο

φτύνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φτύνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτύνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτύω με τροπή [pt] > [ft] και μεταπλασμό + -νω[1]
Δε σχετίζεται το πτύον (φτυάρι).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfti.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φτύνω
τονικό παρώνυμο: φτηνό

φτύνω, αόρ.: έφτυσα, παθ.φωνή: φτύνομαι, π.αόρ.: φτύστηκα, μτχ.π.π.: φτυσμένος

  1. εκτοξεύω σάλιο από το στόμα μου
  2. βγάζω από το στόμα μου με δύναμη κάτι (συνήθως ενοχλητικό), π.χ. τροφή ή φλέμα κ.λπ.
  3. (μεταφορικά) εκτοξεύω
  4. (μεταφορικά) δείχνω μεγάλη περιφρόνηση
  5. (μεταφορικά) αποφεύγω το μάτιασμα (και στην παθητική φωνή)
      σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
    παράδειγμα  φτύσ' το μην το ματιάσεις, τόσο όμορφο μωρό!
    παράδειγμα  φτύνομαι, μην τυχόν και με ματιάσεις

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

θέμα με πτ-  δείτε τη λέξη πτύω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]