σάλιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάλιο σάλια
γενική σάλιου σάλιων
αιτιατική σάλιο σάλια
κλητική σάλιο σάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάλιο < μεσαιωνική ελληνική σάλιον < αρχαία ελληνική σίαλον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάλιο ουδέτερο

  1. σωματικό υγρό που εκκρίνεται στο στόμα από τους σιελογόνους αδένες και βοηθά στην πέψη των τροφών
  2. (μεταφορικά) το χρήμα
  3. (μεταφορικά) η κολακεία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • του τρέχουν τα σάλια: θέλει πολύ κάτι και το δείχνει χωρίς αξιοπρέπεια
  • δεν υπάρχει σάλιο: δεν υπάρχουν καθόλου χρήματα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]