Μετάβαση στο περιεχόμενο

έφυγα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

έφυγα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω