ήγγικεν η ώρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ήγγικεν η ώρα < βιβλική ρήση ἤγγικενὥρα[1]

Έκφραση[επεξεργασία]

ήγγικεν η ώρα

  • έφθασε η ώρα, που λέγεται πριν από κάθε ιδιαίτερα σημαντική ενέργεια (επίθεση, σύλληψη, εξέταση, εκδίκαση, έκδοση απόφασης κ.λπ.)· μόλις έφτασε η ώρα
    Ήγγικεν η ώρα, της ελευθερώσεως της πατρίδος μας! Το τέλος των τυράννων είναι, αδελφοί μου, πασίδηλον. (Ελληνική Νομαρχία)

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. (θρησκεία) αναφέρεται στην τελευταία προσευχή του Ιησού Χριστού στο κήπο της Γεσθημανή, όταν αφύπνισε τους μαθητές του: "«τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ λέγει αὐτοῖς: Καθεύδετε τὸ λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε; ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν. ἐγείρεσθε, ἄγωμεν· ἰδοὺ ἤγγικεν ὁ παραδιδούς με. Καὶ ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ Ἰούδας εἷς τῶν δώδεκα ἦλθεν καὶ μετ’ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ. ὁ δὲ παραδιδοὺς αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς σημεῖον λέγων, Ὃν ἂν φιλήσω αὐτός ἐστιν· κρατήσατε αὐτόν» (Ευαγγέλιον Κατά Ματθαίον, κϛ, 45-48· πβ. Κατά Μάρκον, ιδ, 41)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]