Μετάβαση στο περιεχόμενο

ήρθα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ήρθα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι