αβορθακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβορθακός αρσενικό (κρητικά) ο βάτραχος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

  1. βαρθακός
  2. αφορδακός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]