αδαμιαία περιβολή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]αδαμιαία περιβολή θηλυκό
- χωρίς ένδυση
- απόλυτη γύμνια
- εμφανίστηκε με αδαμιαία περιβολή
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αδαμιαία περιβολή