Μετάβαση στο περιεχόμενο

απελπιστώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

απελπιστώ

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
  2. θα απελπιστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απελπίζομαι