απελπίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απελπίζομαι < μέση-παθητική φωνή του ρήματος απελπίζω < ελληνιστική κοινή ἀπελπίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

απελπίζομαι

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]