Μετάβαση στο περιεχόμενο

αρχαιολόγε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

αρχαιολόγε αρσενικό ή θηλυκό