αἰχμαλωσία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αιχμαλωσία

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αἰχμαλωσία θηλυκό

  1. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος είναι αιχμάλωτος
  2. σύνολο αιχμαλώτων