βάι βάι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάι βάι : τουρκική vay, → δείτε τη λέξη: βάι

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

βάι βάι

  • ποπό. ή ποποπό, επιφώνημα έκπληξης άλλοτε θλίψης και άλλοτε χαράς
  • η έκφραση αυτή αποδίδεται ποιητικά και σε λαϊκά χορευτικά τραγούδια περισσότερο με την έννοια του θαυμασμού