Μετάβαση στο περιεχόμενο

βλίτον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ βλίτον τὰ βλίτ
      γενική τοῦ βλίτου τῶν βλίτων
      δοτική τῷ βλίτ τοῖς βλίτοις
    αιτιατική τὸ βλίτον τὰ βλίτ
     κλητική ! βλίτον βλίτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βλίτω
γεν-δοτ τοῖν  βλίτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

βλίτον < λείπει η ετυμολογία

ΑΠΟΓΟΝΟΙ: λατινικά: blitum

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βλίτον ουδέτερο (και βλῆτον)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]