βλίτον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | βλίτον | τὰ | βλίτᾰ |
| γενική | τοῦ | βλίτου | τῶν | βλίτων |
| δοτική | τῷ | βλίτῳ | τοῖς | βλίτοις |
| αιτιατική | τὸ | βλίτον | τὰ | βλίτᾰ |
| κλητική ὦ! | βλίτον | βλίτᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βλίτω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βλίτοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]βλίτον < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βλίτον ουδέτερο (και βλῆτον)
- (λαχανικό) το βλίτο (Amaranthus blitum)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- βλίτον - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'τέκνον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τέκνον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τέκνον' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λαχανικά (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)