Μετάβαση στο περιεχόμενο

βρεφοκτόνε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

βρεφοκτόνε αρσενικό ή θηλυκό