γήλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γήλιος < ἥλιος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γήλιος αρσενικό

  • ποιητική έκφραση για τον ήλιο
  • Τον ίσκιο τους ανώφελο ξαπλώνουν τα πλατάνια, και σα να καρφωθήκανε τα φύλλα στα κλαδιά τους. Στυλώνει ο γήλιος τη ματιά, ματιά πυρή φιδίσια, τη γη, το μυριοπλούμιστο πουλί, για να βασκάνη (Κ.Παλαμάς, "Ο γιος της Χήρας")
  • Ντρέπεται ο γήλιος ως διαβαίνει απ' το νησί, τόσο σκυφτούς ανθρώπους ν' αντικρίζει! Ντρέπεται για τους δημίους, μα δακρύζει, κάποια χαράδρα όταν φωτίζει ή μια κορφή! (Μακρόνησος, ιστορικός τόπος)
  • γήλιος ἔγινε κουρέλι σὲ μιᾶς μεσόκοπης λαιμὸ ποὺ βήχει (Σεφέρης)
 ·εκεί, που γήλιος, ουρανός κι άνθρωποι γίνονται αδερφοί -Βάρναλης-

Μεταφράσεις[επεξεργασία]