γεναριάτικα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γεναριάτικα < γεναριάτικος
Επίρρημα
[επεξεργασία]γεναριάτικα
- την περίοδο του Ιανουαρίου
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γεναριάτικα
|
|