γκαγκάβα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκαγκάβα γκαγκάβες
γενική γκαγκάβας γκαγκάβων
αιτιατική γκαγκάβα γκαγκάβες
κλητική γκαγκάβα γκαγκάβες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκαγκάβα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκαγκάβα θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος): επαγγελματικό αλιευτικό εργαλείο κυρίως στη σπογγαλιεία που σύρεται στο βυθό φέροντας σχετικό σάκο
  2. (ναυτικός όρος): το αλιευτικό σκάφος που επιχειρεί αλιεία με το παραπάνω εργαλείο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]