γκαγκάβα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκαγκάβα γκαγκάβες
γενική γκαγκάβας γκαγκάβων
αιτιατική γκαγκάβα γκαγκάβες
κλητική γκαγκάβα γκαγκάβες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκαγκάβα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκαγκάβα θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος): επαγγελματικό αλιευτικό εργαλείο κυρίως στη σπογγαλιεία που σύρεται στο βυθό φέροντας σχετικό σάκο
  2. (ναυτικός όρος): το αλιευτικό σκάφος που επιχειρεί αλιεία με το παραπάνω εργαλείο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]