Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκραφίτι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκραφίτι < (άμεσο δάνειο) αγγλική graffiti

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γκραφίτι ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]